Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

χίλιοι φίλοι δίχως χείλη


Κρύβω κάτω από το χείλος μου μια φαγούρα
ενοχλητική σα μύγα, εκκωφαντική σα λεωφόρο
μα έχω άπλετο χώρο για μουσαφίρηδες.
Δεν ξύνομαι, από ευγένεια
κόβω τα νύχια μου βαθιά με νυχοκόπτη
μήπως γλιτώσω από την  αλαφρομυαλιά
έπειτα χτυπώ παλμικά το σαγόνι
και περιστρέφω το χείλος μου υπομονετικά.

Κρύβω κάτω από το χείλος μου ένα ξυράφι
και παίρνω τις τελευταίες τρίχες
τα υπολείμματα της εκλιπούσας γενειάδας
αφήνω τη φαγούρα να ξεπαγιάσει
περιμένω να ξεκουμπιστεί
καλόκατσε όμως και δε φεύγει
σα να γυρεύει αφορμή, κάτι αιχμηρό να δει.

Κρύβω κάτω από το χείλος μου ένα λεπίδι
που μοιάζει να μη μ’ αγαπά
το ακονίζω με φροντίδα
και το ρίχνω στη δουλειά

Κρύβω το χείλος μου στο συρτάρι
δε μιλάω πια
δε φιλάω πια
γελάω μόνιμα και ιδιαίτερα
αλλά προπάντων δεν ξύνομαι.